Ήρθε και πάλιν η νύκτα
σκοτάδι πλημύρισε το δωμάτιο.
Εσυ δεν υπάρχεις πουθενά
είσαι τέτοι που δεν χωρείς
ούτε στο μυαλό-ούτε στην γυάλινη ψυχή μου.
Στολίζεις μελαγχολικά τη καρδιά μου
και η δόλια μοναξιά πάλι με κυριέυει
αυτή που μου πήρε την φωνή
και μου΄κλεισε το στόμα.
Παλεύω νακούσω γύρω μου
νάφουγκραστω την πνοή της ερημιάς.
Μα μήτε δέντρα να θροϊζουν άκουσα
μήτε τιτίβισμα νυχτιάτικων πουλιών,
παρά τον χτύπο της καρδιάς μου
και το βουητό το έρημο της Γης
καθώς (μονάχη της κι αυτή) γυρίζει!
Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009
Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009
Παγκόσμια μέρα κατά του Ρατσισμού
Στις 21 Μάρτη έλληνες και ξένοι εργαζόμενοι,φοιτητές,μαθητές έδωσαν ένα δυναμικό παρόν με σκοπό να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην ξενοφοβία,το σεξισμό,τις φυλετικές διακρίσεις και τον ρατσισμό γενικότερα. Η συγκέντρωση είχε προγραμματιστεί για το μεσημέρι της ίδιας μέρας στις 2. Ο καιρός όμως είχε άλλα σχέδια με αποτέλεσμα μια δυνατή νεροποντή παρα λίγο να ακυρώσει την απο πολλές μέρες προκαθορισμένη πορεία προς την βουλή.
Η υπομονή και η επιμονή των διαδηλωτών επικράτησε τελικά της βροχής και έγινε μια πολύ καλή πορεία από αρκετό κόσμο(σημαντικό αριθμό αν υπολογίσουμε το πρόβλημα της βροχής).
Ένα πολύχρωμο και πολύγλωσσο πλήθος έδωσε ζωντάνια στο κέντρο της Αθήνας.Τα συνθήματα ήταν ενωτικά αλλά και καταγγελτικά για τους θανάτους που συμβαίνουν έξω απο το αλλοδαπών στην "πέτρου ράλλη" αλλά και λόγω της δολοφονικής επίθεσης που δέχτηκε η μετανάστρια,εργαζόμενη,γυναίκα,συνδικαλίστρια Κ.Κούνεβα με βιτριόλι.
Σαν πρώιν χρήστης ήμουν εκεί γιατί είχα και έχω βρεθεί θύμα ρατσισμού για το "μαύρο" παρελθόν μου όπως και τόσοι άλλοι όμοιοί μου. Παλεύω κι εγώ κατα του ρατσισμού γενικότερα (&συγκεκριμένα όπου χρειάζεται) προσπαθώντας να διευρύνω όσο μπορώ την αντιρατσιστική μου συνείδηση.
Είμαι απο αυτούς που πιστεύουν πως δεν είναι οι μετανάστες που ρίχνουν τα μεροκάματα αλλά οι εργοδότες οι οποίοι προσλαμβάνουν αυτούς τους ανθρώπους και δουλεύουν σε πολύ άσχημες συνθήκες με πολύ χαμηλό μεροκάματο.Καθαρός εκβιασμός;Ναι.Αν αυτοί οι άνθρωποι δεν δουλέψουν οι οικογένειές τους θα υποφέρουν περισσότερο.Οι ίδιοι έχουν έρθει εδώ ρισκάρωντας τα πάντα επειδή κάποιοι απατεώνες σύγχρονοι δουλέμποροι τους έταξαν έναν παράδεισο, που δεν υφίσταται ούτε καν για τους ντόπιους. Από την στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στη Ελλάδα η επιστροφή στη χώρα τους είναι φοβερά επικύνδινη γιατί είτε έρχονται από εμπόλεμες χώρες είτε από χώρες με αδίστακτα δικτατορικά καθεστώτα.Ποιοί κερδίζουν τελικά από αυτή την κατάσταση;Γιατί χρησιμοποιούν αυτούς τους πονεμένους ανθρώπους προς όφελός τους;Δεν είναι άδικο οι εκμεταλευτές να ρίχνουν την ευθύνη στην πλάτη των εκμεταλλευόμενων ότι τους καπνίσει όπως:εγληματικότητα,ανεργία,κ.τ.λ;
Θετικές εντυπώσεις άφησε στην διαδήλωση περιοδικό γραμμένο (για πρώτη φορά)στις γλώσσες των μεταναστών & στα ελληνικά από την νεοασύστατη Κίνηση Απελάστε τον Ρατσισμό. Κατά την ταπεινή μου γνώμη όλοι αυτοί οι άνθρωποι (με μερικούς γνωρίστικα) αξίζουν συγχαρητήρια για τον αλτρουισμό τους και την ανιδιοτέλειά τους.
Ως πότε ρε παιδιά θα τρωγόμαστε μεταξύ μας και θα αφήμουμε λίγους και εκλεκτούς να πλουτίζουν ανεξέλεκτα στις πλάτες μας;;
Η υπομονή και η επιμονή των διαδηλωτών επικράτησε τελικά της βροχής και έγινε μια πολύ καλή πορεία από αρκετό κόσμο(σημαντικό αριθμό αν υπολογίσουμε το πρόβλημα της βροχής).
Ένα πολύχρωμο και πολύγλωσσο πλήθος έδωσε ζωντάνια στο κέντρο της Αθήνας.Τα συνθήματα ήταν ενωτικά αλλά και καταγγελτικά για τους θανάτους που συμβαίνουν έξω απο το αλλοδαπών στην "πέτρου ράλλη" αλλά και λόγω της δολοφονικής επίθεσης που δέχτηκε η μετανάστρια,εργαζόμενη,γυναίκα,συνδικαλίστρια Κ.Κούνεβα με βιτριόλι.
Σαν πρώιν χρήστης ήμουν εκεί γιατί είχα και έχω βρεθεί θύμα ρατσισμού για το "μαύρο" παρελθόν μου όπως και τόσοι άλλοι όμοιοί μου. Παλεύω κι εγώ κατα του ρατσισμού γενικότερα (&συγκεκριμένα όπου χρειάζεται) προσπαθώντας να διευρύνω όσο μπορώ την αντιρατσιστική μου συνείδηση.
Είμαι απο αυτούς που πιστεύουν πως δεν είναι οι μετανάστες που ρίχνουν τα μεροκάματα αλλά οι εργοδότες οι οποίοι προσλαμβάνουν αυτούς τους ανθρώπους και δουλεύουν σε πολύ άσχημες συνθήκες με πολύ χαμηλό μεροκάματο.Καθαρός εκβιασμός;Ναι.Αν αυτοί οι άνθρωποι δεν δουλέψουν οι οικογένειές τους θα υποφέρουν περισσότερο.Οι ίδιοι έχουν έρθει εδώ ρισκάρωντας τα πάντα επειδή κάποιοι απατεώνες σύγχρονοι δουλέμποροι τους έταξαν έναν παράδεισο, που δεν υφίσταται ούτε καν για τους ντόπιους. Από την στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στη Ελλάδα η επιστροφή στη χώρα τους είναι φοβερά επικύνδινη γιατί είτε έρχονται από εμπόλεμες χώρες είτε από χώρες με αδίστακτα δικτατορικά καθεστώτα.Ποιοί κερδίζουν τελικά από αυτή την κατάσταση;Γιατί χρησιμοποιούν αυτούς τους πονεμένους ανθρώπους προς όφελός τους;Δεν είναι άδικο οι εκμεταλευτές να ρίχνουν την ευθύνη στην πλάτη των εκμεταλλευόμενων ότι τους καπνίσει όπως:εγληματικότητα,ανεργία,κ.τ.λ;
Θετικές εντυπώσεις άφησε στην διαδήλωση περιοδικό γραμμένο (για πρώτη φορά)στις γλώσσες των μεταναστών & στα ελληνικά από την νεοασύστατη Κίνηση Απελάστε τον Ρατσισμό. Κατά την ταπεινή μου γνώμη όλοι αυτοί οι άνθρωποι (με μερικούς γνωρίστικα) αξίζουν συγχαρητήρια για τον αλτρουισμό τους και την ανιδιοτέλειά τους.
Ως πότε ρε παιδιά θα τρωγόμαστε μεταξύ μας και θα αφήμουμε λίγους και εκλεκτούς να πλουτίζουν ανεξέλεκτα στις πλάτες μας;;
Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009
ΚΑΛΩΣΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΣΑΣ(από Γιώργος Κριτσ.)
ΚΑΛΩΣΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΣΑΣ
Η επιστροφή των πιθηκανθρώπων και βαρβάρων υφίσταται αυτήν την στιγμή που διαβάζεται τα κάτωθι. Το ανθρώπινο εγώ στην προσπάθεια αυτοβελτίωσης του , μετά από πολλά χρόνια ιστορίας , ανακαλύψεων ,επιστημών ,θρησκευτικής προσήλωσης , ιδεολογικού προβληματισμού , πολέμων , αιματοχυσίας και ειρήνης τελικά τα κατάφερε.
Η ιστορία καταργείται , ακυρώνεται και το ανθρώπινο εγώ με την ευθύνη( αγαπάτε αλλήλους ) προς το κοινωνικό σύνολο μεταμορφώθηκε σε ζωώδη λύκο , ανθρωποφάγο . Ναι θέλουμε να φάμε ο ένας την σάρκα του άλλου , τα καταφέραμε. Πλέον το ζωικό βασίλειο αντικατέστησε το πανανθρώπινο , την αγάπη ,την συντροφικότητα.
Πολλά πρόβατα , κοράκια , κουκουβάγιες ….. Λυκάνθρωποι επικρατούν που τους πίνουν το αίμα , τους ρουφάνε το μεδούλι για λίγη προβολή , για λίγα χρήματα , για μια θεσούλα στο δημόσιο . Μέγιστη αξία των βαρβάρων το χρήμα , τα κάνουν όλα για αυτό , πουλάνε και την ίδια την μάνα τους , απολύουν και σκοτώνουν τον αδερφό τους , μαχαιρώνουν πισώπλατα τα ίδια τους τα παιδιά .
Με εξαίρεση έχουμε και νέα ζωάκια , τα φοβισμένα ανθρωπάκια μοιάζουν με μικρά αρκουδάκια , παρόλο που φιλτράρουν την αλήθεια , φοβούνται να μιλήσουν , να συνεισφέρουν , να βρουν τον τρόπο να ελευθερωθούν και το μόνο που κάνουν είναι να μην μιλάνε , τα ταΐζουν άλλωστε και σέβονται τα φαγητά που τρώνε από τα άλλα ζώα. Δεν ξέρουν όμως ότι η τροφή τους είναι φτιαγμένη για προβατάκια κι αν συνεχίσουν να τρώνε θα αρχίσουν να βελάζουν …..
Όσο για μένα μάλλον ξυπνάω σιγά σιγά , εμπεριέχω τελικά όλο το ζωικό βασίλειο , θυμωμένα τα ζωάκια μου , αναστατωμένα . Δεν θέλουν να φάνε το ένα το άλλο γιατί σίγουρα στο τέλος θα μείνει ένα το δυνατότερο που κι αυτό από την πείνα του θα φάει τις σάρκες του . Απλά θέλουν να συνυπάρξουν χωρίς πολλές απώλειες , και ίσως το όνειρο τους είναι τελικά να ενανθρωπιστούνε .
Για την ώρα δεν γνωρίζω για μένα, επικρατεί και σε μένα ένας Λύκος με Όνειρα….
Τάδε Έφη
Γιώργος
Η επιστροφή των πιθηκανθρώπων και βαρβάρων υφίσταται αυτήν την στιγμή που διαβάζεται τα κάτωθι. Το ανθρώπινο εγώ στην προσπάθεια αυτοβελτίωσης του , μετά από πολλά χρόνια ιστορίας , ανακαλύψεων ,επιστημών ,θρησκευτικής προσήλωσης , ιδεολογικού προβληματισμού , πολέμων , αιματοχυσίας και ειρήνης τελικά τα κατάφερε.
Η ιστορία καταργείται , ακυρώνεται και το ανθρώπινο εγώ με την ευθύνη( αγαπάτε αλλήλους ) προς το κοινωνικό σύνολο μεταμορφώθηκε σε ζωώδη λύκο , ανθρωποφάγο . Ναι θέλουμε να φάμε ο ένας την σάρκα του άλλου , τα καταφέραμε. Πλέον το ζωικό βασίλειο αντικατέστησε το πανανθρώπινο , την αγάπη ,την συντροφικότητα.
Πολλά πρόβατα , κοράκια , κουκουβάγιες ….. Λυκάνθρωποι επικρατούν που τους πίνουν το αίμα , τους ρουφάνε το μεδούλι για λίγη προβολή , για λίγα χρήματα , για μια θεσούλα στο δημόσιο . Μέγιστη αξία των βαρβάρων το χρήμα , τα κάνουν όλα για αυτό , πουλάνε και την ίδια την μάνα τους , απολύουν και σκοτώνουν τον αδερφό τους , μαχαιρώνουν πισώπλατα τα ίδια τους τα παιδιά .
Με εξαίρεση έχουμε και νέα ζωάκια , τα φοβισμένα ανθρωπάκια μοιάζουν με μικρά αρκουδάκια , παρόλο που φιλτράρουν την αλήθεια , φοβούνται να μιλήσουν , να συνεισφέρουν , να βρουν τον τρόπο να ελευθερωθούν και το μόνο που κάνουν είναι να μην μιλάνε , τα ταΐζουν άλλωστε και σέβονται τα φαγητά που τρώνε από τα άλλα ζώα. Δεν ξέρουν όμως ότι η τροφή τους είναι φτιαγμένη για προβατάκια κι αν συνεχίσουν να τρώνε θα αρχίσουν να βελάζουν …..
Όσο για μένα μάλλον ξυπνάω σιγά σιγά , εμπεριέχω τελικά όλο το ζωικό βασίλειο , θυμωμένα τα ζωάκια μου , αναστατωμένα . Δεν θέλουν να φάνε το ένα το άλλο γιατί σίγουρα στο τέλος θα μείνει ένα το δυνατότερο που κι αυτό από την πείνα του θα φάει τις σάρκες του . Απλά θέλουν να συνυπάρξουν χωρίς πολλές απώλειες , και ίσως το όνειρο τους είναι τελικά να ενανθρωπιστούνε .
Για την ώρα δεν γνωρίζω για μένα, επικρατεί και σε μένα ένας Λύκος με Όνειρα….
Τάδε Έφη
Γιώργος
Πέμπτη 19 Μαρτίου 2009
νοερό ταξίδι
κλείνω τα μάτια μου και περπατώ σε καταπράσινες βουνοπλαγιές
η δροσερή ανάσα του δάσους
κυριεύει την ψυχή μου.
ύστερα στέκομαι και αφουγκράζομαι το ανοιξιάτικο αεράκι
μαργαρίτες και ανθισμένο χορτάρι
στολίζουν τον δρόμο μου..
αργότερα ξαπλώνω κοιτώντας
τον καταγάλανο ουρανό
ένα χρυσαφί σύννεφο σκεπάζει
τα μεγάλα κλειστά μου βλέφαρα.
ονειρεύομαι παραμυθένιες πολιτείες
παιδί ξανά τρέχω σε τεράστιες αλάνες,
η γαλήνη της αθωότητας
πλημμυρίζει το είναι μου
κι εγώ ταξιδεύω σ' ένα ηδονικό τούνελ,
η Ευτυχία με κρατά απ΄το χέρι
και ο Μορφέας στοργικά με φιλοξενεί στο εκστασιακό βασίλειό του!
η δροσερή ανάσα του δάσους
κυριεύει την ψυχή μου.
ύστερα στέκομαι και αφουγκράζομαι το ανοιξιάτικο αεράκι
μαργαρίτες και ανθισμένο χορτάρι
στολίζουν τον δρόμο μου..
αργότερα ξαπλώνω κοιτώντας
τον καταγάλανο ουρανό
ένα χρυσαφί σύννεφο σκεπάζει
τα μεγάλα κλειστά μου βλέφαρα.
ονειρεύομαι παραμυθένιες πολιτείες
παιδί ξανά τρέχω σε τεράστιες αλάνες,
η γαλήνη της αθωότητας
πλημμυρίζει το είναι μου
κι εγώ ταξιδεύω σ' ένα ηδονικό τούνελ,
η Ευτυχία με κρατά απ΄το χέρι
και ο Μορφέας στοργικά με φιλοξενεί στο εκστασιακό βασίλειό του!
Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009
"ψυχοθεραπεία & τέχνη στην απεξάρτηση"
ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ ΕΝΟΣ ΑΠΕΞΑΡΤΗΜΕΝΟΥ
Όταν κάποιος έχει βιώσει την κόλαση της χρήσης, την εξάρτηση απ’ τα ναρκωτικά και έχει ανέβει τον Γολγοθά της απεξάρτησης φτάνοντας όλο και πιο κοντά στη «λύτρωσή» του ένα τέτοιο βιβλίο δε μπορεί παρά να είναι ένα Ημερολόγιο Ζωής γι’ αυτόν. Πόσο μάλλον όταν η απεξάρτησή του έχει γίνει πράξη (όπως στην περίπτωσή μου) μέσα από τη συνολική δουλειά και θεραπευτική μέθοδο που παρέχει ανιδιοτελώς το «παράδειγμα» του 18ΑΝΩ.
Κάθε σελίδα και ένα βίωμα, κάθε άποψη και θέση της συγγραφέως ένα ισχυρό κίνητρο για αυτοκριτική που φέρνει στην επιφάνεια παραλείψεις και λάθη, πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που σημάδεψαν τη ζωή του σε τρείς διαφορετικές αλλά κατά σειρά συνδεδεμένες εποχές: την εποχή πριν την εξάρτηση, την εποχή της εξάρτησης και αυτή της απεξάρτησης έως σήμερα. Παράλληλα μέσα από την ανάγνωση ανακαλύπτει κανείς την τύχη και την ατυχία του στην πορεία της θεραπευτικής του διαδικασίας μέσα στο πλαίσιο του 18ΑΝΩ.
Οι μνήμες ξυπνούν όχι σαν κάτι επικίνδυνο ή μη υποφερτό αυτή τη φορά αλλά ως ένα εργαλείο επαναπροσδιορισμού ικανό να σκαλίσει πρώην «σκοτεινά» σημεία, με ηρεμία και χάλαση, βγάζοντας πολύτιμα γι’ αυτόν συμπεράσματα.
Η Κατερίνα Μάτσα, τοποθετώντας την τοξικομανία ως φαινόμενο πολυπαραγοντικό, δίνει απάντηση στο «αίνιγμα της τοξικομανίας» παραθέτοντας σε κάθε πτυχή του φαινομένου λύσεις δοκιμασμένες και επαληθευμένες μέσα από την 20ετή πορεία του 18ΑΝΩ αλλά και από την 35χρονη πορεία της ίδιας στον χώρο της ψυχιατρικής. Μιας ψυχιατρικής που έχει ως κέντρο τον άνθρωπο και αφουγκράζεται στοργικά τις κραυγές του πονεμένου. Μιας ψυχιατρικής απαλλαγμένης από τις λευκές ποδιές (εξωτερικές και εσωτερικές) η οποία έχει βάλλει στην άκρη, με καθημερινούς αγώνες, τις νεοφιλελεύθερες «σειρήνες» της λεγόμενης «διαχείρισης της περίθαλψης».
Μελετώντας το βιβλίο καταλήγουμε σε μια σειρά συμπεράσματα μέσω των πληροφοριών που μας δίνει η ίδια η συγγραφέας :
• To 18ΑΝΩ είναι μια συλλογικότητα. Ο ατομικισμός και οι εξουσιαστικές τάσεις (π.χ θεραπευτή σε θεραπευόμενο) είναι στοιχεία μη αποδεκτά και απορριπτέα απ’ την ίδια τη φιλοσοφία του πλαισίου. Σε ένα σύστημα βυθισμένο σε μια άνευ προηγουμένου κρίση, όπως το σημερινό, το 18ΑΝΩ με τον άνθρωπο-κεντρικό τρόπο λειτουργίας του αντιμετωπίζει στο δρόμο του πολιτικές «συμπλυγάδες». Ενοχλεί τους άρχοντες της βιοεξουσίας και την ελίτ που υποστηρίζει την ιατρικοποίηση των πάντων. Ενοχλεί εν τέλει όλους αυτούς που έχουν και κατέχουν την εξουσία του υπό κρίση συστήματος σε όλους τους τομείς του. Προκύπτει λοιπόν πως το ισχυρότερο όπλο για να αντιμετωπισθούν όλες αυτές οι ενοχλήσεις που μετουσιόνονται σε σκληρές πιέσεις είναι η δράση του 18 ως συλλογικότητα. Αυτή η δράση είναι που κάνει δημοφιλή το πλαίσιο στα λαϊκά στρώματα, τα αποτελέσματα αυτής της δράσης ευθύνονται για τη δημιουργία ενός πολύ μεγάλου αριθμού οπαδών και φίλων του 18ΑΝΩ.
• Η θεμελιώδης αρχή « προχωρούμε με κέντρο τον άνθρωπο» οδηγεί σε ανατροπές. Καταρρέει η άποψη ότι ο άνθρωπος δεν αλλάζει, ότι ο τοξικομανής δεν γίνεται καλά. Ανατρέπεται η άποψη των κυρίαρχων ιατρικών κύκλων περί «χρόνιας υποτροπιάζουσας νόσου του εγκεφάλου» που έχουν πλέξει για την τοξικομανία μέσα στο επιστημονικό τους αδιέξοδο αλλά και τα σίγουρα οικονομικά τους οφέλη.
• Η απεξάρτηση είναι μια μάχη ενάντια στις κατεστημένες αντιλήψεις, ενάντια σε όλες αυτές τις πολιτικές και πρακτικές που δημιούργησαν το πρόσφορο έδαφος για την εγκατάσταση της εξάρτησης, της μεγάλης Σκλαβιάς της Ψυχής. Η απεξάρτηση σαν διαδικασία αλλαγής εμπεριέχει και την συμμετοχή σε έναν ακήρυχτο πόλεμο που συχνά συνοδεύεται από απώλειες φίλων και αγαπημένων προσώπων. Είναι μια μάχη που δε δύναται να γίνει σε ατομικό επίπεδο. Για να έχει αποτελέσματα πρέπει να γίνει από κοινού με θεραπευτές και θεραπευόμενους χρησιμοποιώντας τα όπλα που με τόσο κόπο έχει αποκτήσει και κατοχυρώσει πλέον το 18ΑΝΩ εδώ και 20 χρόνια. Η αλήθεια, η αγάπη για τον άνθρωπο και η αλληλοεκτίμηση είναι η Λυδία λίθος της σχέσης θεραπευτή-θεραπευομένου, θεραπευτικής ομάδας-θεραπευομένου. Στις βάσεις αυτές χτίζεται η θεραπευτική σχέση που στήνει στα πόδια της την απεξάρτηση.
• Η καθημερινή μάχη εξοπλισμένη με τα εφόδια-αποτελέσματα της συλλογικής δράσης «μεταμορφώνει» θα λέγαμε τον εξαρτημένο σε τέτοιο βαθμό που εκπλήσσει τον περίγυρό του. Αναπτύσσει δραστηριότητες που πολλές φορές ούτε ο ίδιος μπορούσε να φανταστεί. Ικανότητες χαμένες στα μεγάλα ψυχικά βάθη έρχονται στην επιφάνεια χάρη στην ακλόνητη πίστη του θεραπευτή στον θεραπευόμενο. Μια πίστη που παροτρύνει και λέει : προσπάθησε, αξίζει τον κόπο, μπορείς να αλλάξεις. Κατά την διάρκεια της απεξάρτησης μέσα στο πλαίσιο ο θεραπευόμενος βρίσκεται σε συνθήκες θετικής αλλαγής και εξέλιξης. Η «διαρκής επανάσταση» που πράττει τον αλλάζει, έρχεται σε οριστική ρήξη με τον παλιό τρόπο ζωής δημιουργώντας μια νέα ταυτότητα. Η μάχη, εσωτερική και εξωτερική, μέσω της «διαρκούς επανάστασης» δε σταματά ποτέ, συνεχίζεται και μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος. Έτσι έχουμε να κάνουμε με έναν Άλλο πλέον άνθρωπο που διακατέχεται από άλλη ηθική, αρχές και αξίες. Αυτός ο Άλλος άνθρωπος είναι η ελπίδα για το μέλλον γιατί αφού αποδεικνύεται και στη πράξη πλέον ότι ο άνθρωπος αλλάζει, ανατρέποντας τις θεωρίες περί γονιδίων κ.λ.π, λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο άνθρωπος είναι το κύριο δομικό συστατικό της κοινωνίας συμπεραίνουμε πως η κοινωνία μπορεί να αλλάξει και να μετασχηματισθεί με την σιγουριά πως ένας Άλλος κόσμος είναι εφικτός!
• Στο σημείο αυτό βρίσκεται και η απάντηση στα ερωτήματα που πολύ συχνά μπαίνουν: Μα πώς τα βγάζουν πέρα αυτοί οι θεραπευτές με τους μικρούς μισθούς του δημοσίου? Που βρίσκουν τέτοιο κουράγιο?
• Την απάντηση την παίρνουμε από τα λεγόμενα της συγγραφέως αλλά και άλλων θεραπευτών. Η ηθική ικανοποίηση ( και όχι μόνο ηθική) από τη συνεισφορά τους στην πραγματική αλλαγή του ανθρώπου, που μέχρι χτες συνομιλούσε με τον θάνατο, μέσω της απεξαρτητικής διαδικασίας έχει τέτοιες διαστάσεις ώστε καμία υλική ανταμοιβή δεν είναι σε θέση να εξισωθεί ή έστω να ανταγωνισθεί το μέγεθος και την ποιότητα αυτής της ικανοποίησης. Με αυτό τον τρόπο οι θεραπευτές στο 18ΑΝΩ γεμίζουν τις μπαταρίες τους και παίρνουν κουράγιο για το μέλλον.
• Σε πολλά σημεία του βιβλίου συναντούμε θέσεις και απόψεις γύρω από την Τέχνη όπως επίσης πρακτικές ή μεθόδους μέσω των οποίων εφαρμόζεται η Τέχνη στην απεξάρτηση ως συμπληρωματική θεραπεία στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Η διαλεκτική σχέση Τέχνης-Ψυχοθεραπείας φαίνεται πως είναι καθοριστική στο 18ΑΝΩ αφού τα αποτελέσματα εφαρμογής αυτής της «τεχνικής» μιλούν από μόνα τους ως προς τη θετικότητα της απόδοσής τους.
Όποιος δεν έχει περάσει από το πλαίσιο πληροφορείται για το πώς σε κάθε στάδιο της απεξάρτησης χρησιμοποιείται η Τέχνη. Όλες οι βασικές μορφές τέχνης βρίσκουν εδώ τον καταλυτικό θεραπευτικό τους ρόλο μέσω της δουλείας ειδικών θεραπευτών-καλλιτεχνών.
Ένα βίωμα λ.χ που δεν λέγεται γιατί είναι γεμάτο πόνο και οδύνη μπορεί να εκφραστεί μέσω της τέχνης (π.χ κίνηση, ζωγραφική) άμεσα ή έμμεσα, συνειδητά ή ασυνείδητα με συμβολικό συνήθως τρόπο.
Σαν θεραπευόμενος σπάνια συνάντησα συνθεραπευόμενό μου που να αυτοερμηνεύει (άμεσα και συνειδητά) ένα έργο του ζωγραφικής λέγοντας για παράδειγμα ότι : ¨το μαραμένο δέντρο που σχεδίασα συμβολίζει τον αλκοολικό πατέρα μου¨, συνήθως μιλούσε και σχολίαζε το σχεδιασμένο δέντρο του ως δέντρο αλλά με συναισθήματα ίδια με αυτά που είχαν τα λόγια του όταν περιέγραφε την σχέση με τον πατέρα του στην ομάδα ψυχοθεραπείας.
Η Τέχνη λοιπόν στην απεξάρτηση δίνει την ευκαιρία να πει κανείς κάτι παραπάνω, να εκτονωθεί και μέσω της συμβολοποίησης να φέρει στο φως στοιχεία και γεγονότα που μόνο αυτός γνωρίζει αλλά είναι χωμένα στα βάθη της ψυχής του όπου τα λόγια αδυνατούν να τα φέρουν στην επιφάνεια. Έτσι λειτούργησε και στην περίπτωσή μου η θεραπεία μέσω της Τέχνης.
Σαν πρώην χρήστης, έχοντας ολοκληρώσει εδώ και τρία χρόνια την θεραπευτική διαδικασία και έχοντας επαφή από το 1999 με το 18ΑΝΩ δε μπορώ παρά να επιβεβαιώσω τα όσα λέγονται και γράφονται στο βιβλίο «Ψυχοθεραπεία και Τέχνη στην Απεξάρτηση» της Κατερίνας Μάτσα.
ulysses, Αθήνα 24/6/2008
Όταν κάποιος έχει βιώσει την κόλαση της χρήσης, την εξάρτηση απ’ τα ναρκωτικά και έχει ανέβει τον Γολγοθά της απεξάρτησης φτάνοντας όλο και πιο κοντά στη «λύτρωσή» του ένα τέτοιο βιβλίο δε μπορεί παρά να είναι ένα Ημερολόγιο Ζωής γι’ αυτόν. Πόσο μάλλον όταν η απεξάρτησή του έχει γίνει πράξη (όπως στην περίπτωσή μου) μέσα από τη συνολική δουλειά και θεραπευτική μέθοδο που παρέχει ανιδιοτελώς το «παράδειγμα» του 18ΑΝΩ.
Κάθε σελίδα και ένα βίωμα, κάθε άποψη και θέση της συγγραφέως ένα ισχυρό κίνητρο για αυτοκριτική που φέρνει στην επιφάνεια παραλείψεις και λάθη, πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που σημάδεψαν τη ζωή του σε τρείς διαφορετικές αλλά κατά σειρά συνδεδεμένες εποχές: την εποχή πριν την εξάρτηση, την εποχή της εξάρτησης και αυτή της απεξάρτησης έως σήμερα. Παράλληλα μέσα από την ανάγνωση ανακαλύπτει κανείς την τύχη και την ατυχία του στην πορεία της θεραπευτικής του διαδικασίας μέσα στο πλαίσιο του 18ΑΝΩ.
Οι μνήμες ξυπνούν όχι σαν κάτι επικίνδυνο ή μη υποφερτό αυτή τη φορά αλλά ως ένα εργαλείο επαναπροσδιορισμού ικανό να σκαλίσει πρώην «σκοτεινά» σημεία, με ηρεμία και χάλαση, βγάζοντας πολύτιμα γι’ αυτόν συμπεράσματα.
Η Κατερίνα Μάτσα, τοποθετώντας την τοξικομανία ως φαινόμενο πολυπαραγοντικό, δίνει απάντηση στο «αίνιγμα της τοξικομανίας» παραθέτοντας σε κάθε πτυχή του φαινομένου λύσεις δοκιμασμένες και επαληθευμένες μέσα από την 20ετή πορεία του 18ΑΝΩ αλλά και από την 35χρονη πορεία της ίδιας στον χώρο της ψυχιατρικής. Μιας ψυχιατρικής που έχει ως κέντρο τον άνθρωπο και αφουγκράζεται στοργικά τις κραυγές του πονεμένου. Μιας ψυχιατρικής απαλλαγμένης από τις λευκές ποδιές (εξωτερικές και εσωτερικές) η οποία έχει βάλλει στην άκρη, με καθημερινούς αγώνες, τις νεοφιλελεύθερες «σειρήνες» της λεγόμενης «διαχείρισης της περίθαλψης».
Μελετώντας το βιβλίο καταλήγουμε σε μια σειρά συμπεράσματα μέσω των πληροφοριών που μας δίνει η ίδια η συγγραφέας :
• To 18ΑΝΩ είναι μια συλλογικότητα. Ο ατομικισμός και οι εξουσιαστικές τάσεις (π.χ θεραπευτή σε θεραπευόμενο) είναι στοιχεία μη αποδεκτά και απορριπτέα απ’ την ίδια τη φιλοσοφία του πλαισίου. Σε ένα σύστημα βυθισμένο σε μια άνευ προηγουμένου κρίση, όπως το σημερινό, το 18ΑΝΩ με τον άνθρωπο-κεντρικό τρόπο λειτουργίας του αντιμετωπίζει στο δρόμο του πολιτικές «συμπλυγάδες». Ενοχλεί τους άρχοντες της βιοεξουσίας και την ελίτ που υποστηρίζει την ιατρικοποίηση των πάντων. Ενοχλεί εν τέλει όλους αυτούς που έχουν και κατέχουν την εξουσία του υπό κρίση συστήματος σε όλους τους τομείς του. Προκύπτει λοιπόν πως το ισχυρότερο όπλο για να αντιμετωπισθούν όλες αυτές οι ενοχλήσεις που μετουσιόνονται σε σκληρές πιέσεις είναι η δράση του 18 ως συλλογικότητα. Αυτή η δράση είναι που κάνει δημοφιλή το πλαίσιο στα λαϊκά στρώματα, τα αποτελέσματα αυτής της δράσης ευθύνονται για τη δημιουργία ενός πολύ μεγάλου αριθμού οπαδών και φίλων του 18ΑΝΩ.
• Η θεμελιώδης αρχή « προχωρούμε με κέντρο τον άνθρωπο» οδηγεί σε ανατροπές. Καταρρέει η άποψη ότι ο άνθρωπος δεν αλλάζει, ότι ο τοξικομανής δεν γίνεται καλά. Ανατρέπεται η άποψη των κυρίαρχων ιατρικών κύκλων περί «χρόνιας υποτροπιάζουσας νόσου του εγκεφάλου» που έχουν πλέξει για την τοξικομανία μέσα στο επιστημονικό τους αδιέξοδο αλλά και τα σίγουρα οικονομικά τους οφέλη.
• Η απεξάρτηση είναι μια μάχη ενάντια στις κατεστημένες αντιλήψεις, ενάντια σε όλες αυτές τις πολιτικές και πρακτικές που δημιούργησαν το πρόσφορο έδαφος για την εγκατάσταση της εξάρτησης, της μεγάλης Σκλαβιάς της Ψυχής. Η απεξάρτηση σαν διαδικασία αλλαγής εμπεριέχει και την συμμετοχή σε έναν ακήρυχτο πόλεμο που συχνά συνοδεύεται από απώλειες φίλων και αγαπημένων προσώπων. Είναι μια μάχη που δε δύναται να γίνει σε ατομικό επίπεδο. Για να έχει αποτελέσματα πρέπει να γίνει από κοινού με θεραπευτές και θεραπευόμενους χρησιμοποιώντας τα όπλα που με τόσο κόπο έχει αποκτήσει και κατοχυρώσει πλέον το 18ΑΝΩ εδώ και 20 χρόνια. Η αλήθεια, η αγάπη για τον άνθρωπο και η αλληλοεκτίμηση είναι η Λυδία λίθος της σχέσης θεραπευτή-θεραπευομένου, θεραπευτικής ομάδας-θεραπευομένου. Στις βάσεις αυτές χτίζεται η θεραπευτική σχέση που στήνει στα πόδια της την απεξάρτηση.
• Η καθημερινή μάχη εξοπλισμένη με τα εφόδια-αποτελέσματα της συλλογικής δράσης «μεταμορφώνει» θα λέγαμε τον εξαρτημένο σε τέτοιο βαθμό που εκπλήσσει τον περίγυρό του. Αναπτύσσει δραστηριότητες που πολλές φορές ούτε ο ίδιος μπορούσε να φανταστεί. Ικανότητες χαμένες στα μεγάλα ψυχικά βάθη έρχονται στην επιφάνεια χάρη στην ακλόνητη πίστη του θεραπευτή στον θεραπευόμενο. Μια πίστη που παροτρύνει και λέει : προσπάθησε, αξίζει τον κόπο, μπορείς να αλλάξεις. Κατά την διάρκεια της απεξάρτησης μέσα στο πλαίσιο ο θεραπευόμενος βρίσκεται σε συνθήκες θετικής αλλαγής και εξέλιξης. Η «διαρκής επανάσταση» που πράττει τον αλλάζει, έρχεται σε οριστική ρήξη με τον παλιό τρόπο ζωής δημιουργώντας μια νέα ταυτότητα. Η μάχη, εσωτερική και εξωτερική, μέσω της «διαρκούς επανάστασης» δε σταματά ποτέ, συνεχίζεται και μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος. Έτσι έχουμε να κάνουμε με έναν Άλλο πλέον άνθρωπο που διακατέχεται από άλλη ηθική, αρχές και αξίες. Αυτός ο Άλλος άνθρωπος είναι η ελπίδα για το μέλλον γιατί αφού αποδεικνύεται και στη πράξη πλέον ότι ο άνθρωπος αλλάζει, ανατρέποντας τις θεωρίες περί γονιδίων κ.λ.π, λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο άνθρωπος είναι το κύριο δομικό συστατικό της κοινωνίας συμπεραίνουμε πως η κοινωνία μπορεί να αλλάξει και να μετασχηματισθεί με την σιγουριά πως ένας Άλλος κόσμος είναι εφικτός!
• Στο σημείο αυτό βρίσκεται και η απάντηση στα ερωτήματα που πολύ συχνά μπαίνουν: Μα πώς τα βγάζουν πέρα αυτοί οι θεραπευτές με τους μικρούς μισθούς του δημοσίου? Που βρίσκουν τέτοιο κουράγιο?
• Την απάντηση την παίρνουμε από τα λεγόμενα της συγγραφέως αλλά και άλλων θεραπευτών. Η ηθική ικανοποίηση ( και όχι μόνο ηθική) από τη συνεισφορά τους στην πραγματική αλλαγή του ανθρώπου, που μέχρι χτες συνομιλούσε με τον θάνατο, μέσω της απεξαρτητικής διαδικασίας έχει τέτοιες διαστάσεις ώστε καμία υλική ανταμοιβή δεν είναι σε θέση να εξισωθεί ή έστω να ανταγωνισθεί το μέγεθος και την ποιότητα αυτής της ικανοποίησης. Με αυτό τον τρόπο οι θεραπευτές στο 18ΑΝΩ γεμίζουν τις μπαταρίες τους και παίρνουν κουράγιο για το μέλλον.
• Σε πολλά σημεία του βιβλίου συναντούμε θέσεις και απόψεις γύρω από την Τέχνη όπως επίσης πρακτικές ή μεθόδους μέσω των οποίων εφαρμόζεται η Τέχνη στην απεξάρτηση ως συμπληρωματική θεραπεία στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Η διαλεκτική σχέση Τέχνης-Ψυχοθεραπείας φαίνεται πως είναι καθοριστική στο 18ΑΝΩ αφού τα αποτελέσματα εφαρμογής αυτής της «τεχνικής» μιλούν από μόνα τους ως προς τη θετικότητα της απόδοσής τους.
Όποιος δεν έχει περάσει από το πλαίσιο πληροφορείται για το πώς σε κάθε στάδιο της απεξάρτησης χρησιμοποιείται η Τέχνη. Όλες οι βασικές μορφές τέχνης βρίσκουν εδώ τον καταλυτικό θεραπευτικό τους ρόλο μέσω της δουλείας ειδικών θεραπευτών-καλλιτεχνών.
Ένα βίωμα λ.χ που δεν λέγεται γιατί είναι γεμάτο πόνο και οδύνη μπορεί να εκφραστεί μέσω της τέχνης (π.χ κίνηση, ζωγραφική) άμεσα ή έμμεσα, συνειδητά ή ασυνείδητα με συμβολικό συνήθως τρόπο.
Σαν θεραπευόμενος σπάνια συνάντησα συνθεραπευόμενό μου που να αυτοερμηνεύει (άμεσα και συνειδητά) ένα έργο του ζωγραφικής λέγοντας για παράδειγμα ότι : ¨το μαραμένο δέντρο που σχεδίασα συμβολίζει τον αλκοολικό πατέρα μου¨, συνήθως μιλούσε και σχολίαζε το σχεδιασμένο δέντρο του ως δέντρο αλλά με συναισθήματα ίδια με αυτά που είχαν τα λόγια του όταν περιέγραφε την σχέση με τον πατέρα του στην ομάδα ψυχοθεραπείας.
Η Τέχνη λοιπόν στην απεξάρτηση δίνει την ευκαιρία να πει κανείς κάτι παραπάνω, να εκτονωθεί και μέσω της συμβολοποίησης να φέρει στο φως στοιχεία και γεγονότα που μόνο αυτός γνωρίζει αλλά είναι χωμένα στα βάθη της ψυχής του όπου τα λόγια αδυνατούν να τα φέρουν στην επιφάνεια. Έτσι λειτούργησε και στην περίπτωσή μου η θεραπεία μέσω της Τέχνης.
Σαν πρώην χρήστης, έχοντας ολοκληρώσει εδώ και τρία χρόνια την θεραπευτική διαδικασία και έχοντας επαφή από το 1999 με το 18ΑΝΩ δε μπορώ παρά να επιβεβαιώσω τα όσα λέγονται και γράφονται στο βιβλίο «Ψυχοθεραπεία και Τέχνη στην Απεξάρτηση» της Κατερίνας Μάτσα.
ulysses, Αθήνα 24/6/2008
Τρίτη 3 Μαρτίου 2009
Κράτος & Ναρκωτικά
Τα σημερινά κράτη, αν μη τι άλλο, με την οποιαδήποτε μορφή τους, στηρίζουν τα ναρκωτικά:αναπαράγωντας τον ατομικισμό,τον ανταγωνισμό μεταξύ των ανθρώπων από τα πρώιμα κιόλας τους χρόνια,δημιουργώντας φαινόμενα διακρίσεων-ρατσισμού-σεξισμού,έχοντας το κέρδος πάνω απ' τις ανθρώπινες ανάγκες,με την πολιτική της φτώχειας-της ανεργείας-της ανέχειας, συντηρώντας & διατηρώντας τον ταξικό χαρακτήρα της κοινωνίας.
Η παράνομη διακίνηση έρχεται και δένει με την νόμιμη(π.χ μεθαδόνη).Η κρατική είτε μη κρατική πρέζα είναι ένα και το αυτό. Όποια απ΄τις δυο και να κάνει κάποιος χρήση το καπιταλιστικό σύστημα είναι εξίσου κερδισμένο.Η εξάρτηση είναι κοινή και στις δυο περιπτώσεις,επομένως ίδια είναι και τα συμπτώματα:απάθεια,έλειψη κοινωνικής ζωής,ανύπαρκτο σεξ,αρρώστιες,φυλακή,άσυλο,θάνατος.
Η βιβλιογραφία αποδεικνύει χαρακτηριστικά το πόσο δραστήριοι γίνονται οι άνθρωποι όταν ξεπετάξουν από πάνω τους τις ουσίες,όταν απεξαρτηθούν! Η σημερινή κοινωνία τους θέλει "εν ύπνο".Δεν θέλει να σηκώσουν αυτά τα τόσο δημιουργικά άτομα το κεφάλι τους.Δεν θέλει να ξεκινήσουν να διεκδικούν τα δικαιώματάτους, να διεκδικήσουν την θέση τους μέσα στην κοινωνία,την επανένταξή τους.Τους θέλει μουγκούς και ραγιάδες προκειμένου να συνεχίσει ανενόχλητη το χτύσιμο της όλο και πιο μεγάλης ταξικότητάς της.Να συνεχίσει να πριμοδοτεί τους λίγους και εκλεκτούς ενάντια στους πολλούς.Να συνεχίσει την ανισότητα & την εκμετάλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Δυστυχώς αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα.
Σε καμία περίπτωση οι χρήστες δεν στηρίζουν το κράτος όπως υποστηρίζουν κάποιες ακραίες δήθεν προοδευτικές απόψεις.Επειδή ο χρήστης ναρκωτικών δεν έχει συνείδηση του τι κάνει και τι λέει.Γιατί γι' αυτόν όλα τα κάνει η πρέζα που έχει μέσα στο κεφάλι του, γιατί στην πραγματικότητα είναι μία σκιά που τείνει να χάσει την ανθρώπινη υπόστασή της και την ισχυρή υποκειμενικότητά της.Είναι από τη φιλοσοφική άποψη ένα αντικείμενο του οποίου υποκείμενα είναι οι έχοντες & κατέχοντες το σημερινό συγκεκριμένο είδος εξουσίας,είναι αυτοί που στηρίζουν χωρίς έλεος την σημερινή δομή της κοινωνίας,που στηρείζουν το καπιταλιστικό-εθνικό κράτος.
"Ο ζητιάνος δεν είναι αυτός που συντηρεί την φτώχια αλλά ένα γέννημα θρέμα της ίδιας της φτώχιας". Κυνηγώντας τον ζητιάνο & διώκοντάς τον δεν κυνηγάς τη φτώχια αλλά το παράγωγό της.Έτσι χάνεις την ευκαιρία να πολεμήσεις την αιτία της φτώχειας και κατά κάποιο τρόπο γίνεσαι ένα από τα γρανάζια της μηχανής του συστήματος.Δείνοντας επίσης φιλοδωρήματα & καποια ψευτοεπιδόματα είναι σαν να προσπαθείς να αδειάσεις την θάλασσα με ένα κουβά.
Πιστεύω πως το φαινόμενο της της τοξικομανίας και της αντιμετώπισής του από κάποιους παραλληλίζεται πολύ καλά με το φαινόμενο της φτώχειας που ανέφερα παραπάνω.
Με άνοδο του βιοτικού επιπέδου,με δωρεάν και ανελειπείς ενημερώσεις, με το χτύσιμο παντού δωρεάν και δημόσιων προγραμμάτων, με το αγώνα ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό και την ανατροπή του εν τέλει θα μπορούμε να μιλάμε για την αρχή της εξάλειψης του φαινομένου της τοξικομανίας.
Η σταδιακή απονέκρωση του κράτους θα αποφέρειτα πιο θετικά αποτελέσματα.Θα ευγερτήσει πραγματικά όσους παλεύουν για την απεξάρτησή τους,θα μπλοκάρει την παραγωγή και την αναπαραγωγή της τοξικομανίας.
Γιατί άραγε σε κάποιες πρωτόγονες κοινωνίες,όπως αυτές των ινδιάνων λ.χ, αν και υπηρχε πληθώρα ουσιών, δεν υπήρχε το φαινόμενο της εξάρτησης;
Νομίζω ότι η ερώτηση απάντιέται με όλα τα παραπάνω πολύ απλά:συγκρίνοντας τα δύο είδη κοινωνιών.
Ωστόσο αξίζει να συλλογιστούμε όλοι μας το ερώτημα αυτό, και να σχολιάσουμε ότι γράφτηκε!
Η παράνομη διακίνηση έρχεται και δένει με την νόμιμη(π.χ μεθαδόνη).Η κρατική είτε μη κρατική πρέζα είναι ένα και το αυτό. Όποια απ΄τις δυο και να κάνει κάποιος χρήση το καπιταλιστικό σύστημα είναι εξίσου κερδισμένο.Η εξάρτηση είναι κοινή και στις δυο περιπτώσεις,επομένως ίδια είναι και τα συμπτώματα:απάθεια,έλειψη κοινωνικής ζωής,ανύπαρκτο σεξ,αρρώστιες,φυλακή,άσυλο,θάνατος.
Η βιβλιογραφία αποδεικνύει χαρακτηριστικά το πόσο δραστήριοι γίνονται οι άνθρωποι όταν ξεπετάξουν από πάνω τους τις ουσίες,όταν απεξαρτηθούν! Η σημερινή κοινωνία τους θέλει "εν ύπνο".Δεν θέλει να σηκώσουν αυτά τα τόσο δημιουργικά άτομα το κεφάλι τους.Δεν θέλει να ξεκινήσουν να διεκδικούν τα δικαιώματάτους, να διεκδικήσουν την θέση τους μέσα στην κοινωνία,την επανένταξή τους.Τους θέλει μουγκούς και ραγιάδες προκειμένου να συνεχίσει ανενόχλητη το χτύσιμο της όλο και πιο μεγάλης ταξικότητάς της.Να συνεχίσει να πριμοδοτεί τους λίγους και εκλεκτούς ενάντια στους πολλούς.Να συνεχίσει την ανισότητα & την εκμετάλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Δυστυχώς αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα.
Σε καμία περίπτωση οι χρήστες δεν στηρίζουν το κράτος όπως υποστηρίζουν κάποιες ακραίες δήθεν προοδευτικές απόψεις.Επειδή ο χρήστης ναρκωτικών δεν έχει συνείδηση του τι κάνει και τι λέει.Γιατί γι' αυτόν όλα τα κάνει η πρέζα που έχει μέσα στο κεφάλι του, γιατί στην πραγματικότητα είναι μία σκιά που τείνει να χάσει την ανθρώπινη υπόστασή της και την ισχυρή υποκειμενικότητά της.Είναι από τη φιλοσοφική άποψη ένα αντικείμενο του οποίου υποκείμενα είναι οι έχοντες & κατέχοντες το σημερινό συγκεκριμένο είδος εξουσίας,είναι αυτοί που στηρίζουν χωρίς έλεος την σημερινή δομή της κοινωνίας,που στηρείζουν το καπιταλιστικό-εθνικό κράτος.
"Ο ζητιάνος δεν είναι αυτός που συντηρεί την φτώχια αλλά ένα γέννημα θρέμα της ίδιας της φτώχιας". Κυνηγώντας τον ζητιάνο & διώκοντάς τον δεν κυνηγάς τη φτώχια αλλά το παράγωγό της.Έτσι χάνεις την ευκαιρία να πολεμήσεις την αιτία της φτώχειας και κατά κάποιο τρόπο γίνεσαι ένα από τα γρανάζια της μηχανής του συστήματος.Δείνοντας επίσης φιλοδωρήματα & καποια ψευτοεπιδόματα είναι σαν να προσπαθείς να αδειάσεις την θάλασσα με ένα κουβά.
Πιστεύω πως το φαινόμενο της της τοξικομανίας και της αντιμετώπισής του από κάποιους παραλληλίζεται πολύ καλά με το φαινόμενο της φτώχειας που ανέφερα παραπάνω.
Με άνοδο του βιοτικού επιπέδου,με δωρεάν και ανελειπείς ενημερώσεις, με το χτύσιμο παντού δωρεάν και δημόσιων προγραμμάτων, με το αγώνα ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό και την ανατροπή του εν τέλει θα μπορούμε να μιλάμε για την αρχή της εξάλειψης του φαινομένου της τοξικομανίας.
Η σταδιακή απονέκρωση του κράτους θα αποφέρειτα πιο θετικά αποτελέσματα.Θα ευγερτήσει πραγματικά όσους παλεύουν για την απεξάρτησή τους,θα μπλοκάρει την παραγωγή και την αναπαραγωγή της τοξικομανίας.
Γιατί άραγε σε κάποιες πρωτόγονες κοινωνίες,όπως αυτές των ινδιάνων λ.χ, αν και υπηρχε πληθώρα ουσιών, δεν υπήρχε το φαινόμενο της εξάρτησης;
Νομίζω ότι η ερώτηση απάντιέται με όλα τα παραπάνω πολύ απλά:συγκρίνοντας τα δύο είδη κοινωνιών.
Ωστόσο αξίζει να συλλογιστούμε όλοι μας το ερώτημα αυτό, και να σχολιάσουμε ότι γράφτηκε!
Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009
ένα παραμύθι για τα ναρκωτικά
ΤΟ ΜΠΛΕ ΚΑΙ ΤΟ ΜΩΒ ΛΙΟΝΤΑΡΑΚΙ
Μια φορά και έναν καιρό στην Λιονταρούπολη έγινε ο γάμος της κόκκινης Λιονταρίνας και του μπλέ Λιονταρίνου. Ήταν ένα πολύ ταιριαστό ζευγάρι και όλα τα Λιοντάρια τους ευχήθηκαν καλούς και έγχρωμους απογόνους γιατί στην Λιονταρούπολη υπήρχαν Λιοντάρια όλων των χρωμάτων.
Σε λίγο καιρό η κοιλία της κόκκινης Λιονταρίνας φούσκωσε και γέννησε, προς μεγάλη έκπληξη όλων, ένα μπλέ Λιονταράκι ολόιδιο με τον Λιονταρίνο ο οποίος καμάρωνε γι’ αυτό ενώ η Λιονταρίνα στεναχωρήθηκε που το παιδί της δεν πήρε κάτι απ’ το κόκκινο χρώμα της, κατάπιε όμως την στενοχώρια της και βάλθηκε να το θηλάζει.
Σύντομα όμως ξαναφούσκωσε η κοιλία της Λιονταρίνας και έφερε στον κόσμο ένα ζωηρό μωβ Λιονταράκι. Χάρηκε πάρα πολύ γιατί επιτέλους το ανακάτεμα του μπλέ και του κόκκινου έδωσαν στο παιδί της ένα γνήσιο μωβ χρώμα. Το ίδιο χάρηκε και ο Λιονταρίνος παρόλο που είχε ήδη αποκτήσει αδυναμία στο μπλέ-ολόιδιο-μ’ αυτόν Λιονταράκι.
O Λιονταρίνος ήταν δίκαιος αλλά και λίγο εγωιστής. Μεγάλωνε τα Λιονταράκια του ισότιμα και από το πρωί ως το βράδυ κυνηγούσε στο μεγάλο δάσος της Λιονταρούπολης για να τους φέρει φαγητό γιατί όσο μεγάλωναν πεινούσαν περισσότερο.
Έτσι ο Λιονταρίνος κουραζόταν πάρα πολύ και το βράδυ στο σπίτι δεν είχε όρεξη ούτε να μιλήσει, ενώ η Λιονταρίνα όλη μέρα στο σπίτι προσπαθούσε να διαπαιδαγωγήσει σωστά τα παιδιά της.
Όταν αυτά ήταν άτακτα τα φοβέριζε και τους έλεγε πως όταν γυρίσει ο μπαμπάς τους απ’ το κυνήγι θα τα μαλώσει. Ο Λιονταρίνος κάθε άλλο παρά τα μάλωνε έτσι κουρασμένος που γύρναγε σπίτι. Τα Λιονταράκια όμως είχαν αρχίσει από καιρό να τον φοβούνται.
Μια μέρα το μπλέ Λιονταράκι τόλμησε να γνωρίσει καλύτερα τον πατέρα του, τον Λιονταρίνο. Του ζήτησε να πηγαίνει μαζί του για κυνήγι και τελικά εκείνος του’ κανε το χατίρι. Το μωβ Λιονταράκι όμως έτρεμε όταν έβλεπε τον μπαμπά του κι επέλεξε να μείνει σπίτι με την μαμά του και να παίζει όλη μέρα με τα άλλα Λιονταράκια της γειτονίας.
Σιγά-σιγά το μπλέ Λιονταράκι εξοικειώθηκε με τον μπαμπά του. Δεν τον φοβόταν πλέον καθόλου και είχε γίνει άριστο στο κυνήγι. Το μώβ Λιονταράκι, που ήταν ακόμη πολύ φοβισμένο, τα έβλεπε όλα αυτά και είχε αρχίσει κρυφά να ζηλεύει το μπλέ αδερφάκι του που είχε πάρει όλα τα πρωτεία.
Οι νόμοι στην Λιονταρούπολη απαγόρευαν το βραδινό κυνήγι στο δάσος. Όμως το μπλέ Λιονταράκι αγαπούσε τόσο πολύ αυτή την απασχόληση και κάθε τόσο πήγαινε κρυφά απ’ όλους για κυνήγι το βράδυ στο δάσος. Σκεφτόταν ότι έτσι θα έκανε χαρούμενους την Λιονταρίνα και τον Λιονταρίνο, αφού με το κυνήγι του θα είχανε περισσότερο φαγητό. Έτσι θα μπορούσε να ξεκουραστεί λίγο ο Λιονταρίνος και θα είχε επιπλέον φαγητό το μικρό μωβ αδερφάκι του.
Μια μεγάλη ατυχία όμως περίμενε το μπλέ Λιονταράκι. Ένα βράδυ καθώς κυνηγούσε, μέσα στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας, παραπάτησε κι έπεσε μέσα σ’ένα μεγάλο πηγάδι. Άρχισε να φωνάζει βοήθεια τόσο δυνατά που αναστατώθηκε όλη η Λιονταρούπολη. Όλοι άκουγαν την φωνή του μα κανείς δεν μπορούσε να το βρεί. Ο Λιονταρίνος και η Λιονταρίνα έκλαιγαν από την στενοχώρια τους ενώ το μωβ Λιονταράκι τα είχε χαμένα.
Σαν να μην έφτανε αυτό οι μεγάλοι και οι τρανοί της Λιονταρούπολης είπαν στον Λιονταρίνο πως δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν γιατί το παιδί του είχε παραβεί τους νόμους που όριζε η πολιτεία για το βραδινό κυνήγι. Έτσι εκείνος πάσχιζε μόνος του να βρεί το μπλέ Λιονταράκι που το κλάμα και οι φωνές του τράνταζαν όλο το δάσος. Μάταια όμως έψαχνε και γυρνούσε πάντα κλαίγοντας στο σπίτι.
Το κλίμα ήταν πολύ βαρύ μέσα στο σπίτι της οικογένειας. Ο καιρός περνούσε και το μπλέ Λιονταράκι εξακολουθούσε να είναι παγιδευμένο στο πηγάδι. Η Λιονταρίνα και ο Λιονταρίνος κλαίγανε καθημερινά ενώ το μωβ Λιονταράκι αποφάσισε να ασχοληθεί με το κυνήγι μήπως και καταφέρει να τους ευχαριστήσει.
Έτσι τα επόμενα χρόνια έγινε άριστο στο κυνήγι και όλη η Λιονταρούπολη είχε να μιλάει για το μωβ Λιονταράκι και τους άθλους του. Είχε μάθει τόσο καλά την τέχνη του κυνηγιού ώστε όλα τα λιοντάρια έλεγαν πως είχε ξεπεράσει πολύ το μπλέ αδερφάκι του. Έτσι σιγά-σιγά μια κρυφή περηφάνια πλημύριζε την μωβ ψυχή του.
Όμως μετά από πολύ-πολύ καιρό ένα ανοιξιάτικο πρωινό το μπλέ Λιονταράκι παρουσιάστηκε στο σπίτι του. Μια καλή νεράιδα όπως είπε τον είχε βγάλει από το πηγάδι με το μαγικό ραβδί της.
Τη χαρά του Λιονταρίνου και της Λιονταρίνας ήταν δύσκολο να την περιγράψει κανείς. Οργάνωσαν ένα μεγάλο γλέντι με τραγούδια και χορούς, στην αυλή του σπιτιού, που κράτησε μέχρι το πρωί.
Το μπλέ Λιονταράκι αν και ταλαιπωρημένο ήταν πολύ χαρούμενο για την επιστροφή του. Τα μάτια του έλαμπαν από καμάρι όταν έβλεπε πόσο είχε μεγαλώσει το μωβ αδερφάκι του. Του πρότεινε μάλιστα να πάνε νόμιμα το επόμενο πρωί για κυνήγι αλλά το μωβ Λιονταράκι δεν δέχτηκε και ισχυρίστηκε πως δεν είχε νόημα να πάει να κυνηγήσει μαζί με κάποιον που έχει τόσα πολλά χρόνια να ασκήσει την τέχνη του κυνηγιού.
Έτσι, ενώ το μωβ Λιονταράκι απολάμβανε τα μπράβο της Λιονταροκοινωνίας έχοντας πάντα πάνω του στραμμένα τα μάτια τους οι Λιονταρίνες, που τον θαύμαζαν, για τη νομιμότητά του και το ζωηρό μωβ χρώμα του καλογυμνασμένου σώματός του, το μπλέ Λιονταράκι εξασκούσε μόνο του στο δάσος την τέχνη του κυνηγιού και όσο υπήρχε το φως του ήλιου μάζευε τροφή για τους γονείς του που είχαν αρχίσει πλέον να γερνάνε.
Στο δάσος συναντούσε συχνά την καλή νεράιδα ώσπου σύντομα η αγάπη και ο έρωτας κατέκλυσαν την καρδία τους!
Μέρα με τη μέρα το μαδημένο, απ’ το σκοτάδι και την υγρασία του πηγαδιού, μπλέ δέρμα του γινότανε όλο και πιο ζωντανό και το σώμα του όλο και πιο καλλίγραμμο. Ο Λιονταρίνος καμάρωνε τώρα και ασχολούτανε λιγότερο με το μωβ Λιονταράκι.
Όλοι έλεγαν πως αυτός και η Λιονταρίνα αγαπούσαν εξίσου τα παιδία τους αλλά πονούσε η ψυχή βλέποντας το μπέ παιδί τους να προσπαθεί να’ ναι μονάχο και να παλεύει με τόσο κόπο να ξαναφτιάξει το παλιό ζηλευτό δέρμα του.
Το μωβ Λιονταράκι τυφλωμένο απ’ τη δόξα του δεν ήθελε να παραχωρήσει και να μοιραστεί τίποτα από την αίγλη του με το μπλέ Λιονταράκι που μέχρι τώρα όλη η Λιονταροκοινωνία το θεωρούσε ένα παράνομο, ξοφλιμένο και σχεδόν πεθαμένο Λιοντάρι. Ήταν αποφασισμένο να’ ναι στην κορυφή γιατί ήθελε διαρκώς όλοι να το επαινούν και δεν το ένοιαζε πλέον να αποκτήσει την εύνοια του Λιονταρίνου και της Λιονταρίνας.
Τυφλωμένο καθώς ήταν δεν έβλεπε πως το μπλέ αδερφάκι του είχε επανέλθει στην παλιά καλή φυσική του κατάσταση ούτε πως η ψυχή του είχε ωριμάσει πολύ μετά την σκοτεινή περιπέτεια του πηγαδιού.
Ώσπου μια μέρα ένας μεγάλος κίνδυνος έκανε την εμφάνισή του στο δάσος της Λιονταρούπολης. Μια τεράστια, πελώρια αρκούδα καταβρόχθιζε τους πάντες και τα πάντα. Όλα τα Λιοντάρια αμπαρώθηκαν στα σπίτια και διπλοκλείδωσαν τις πόρτες τους.
Ο ίδιος ο δήμαρχος, αν και γενναίο Λιοντάρι, δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο. Ανακοίνωσε λοιπόν πως όποιος κυνηγός μπορούσε να ξεκάνει την τεράστια αρκούδα θα έπαιρνε για ανταμοιβή το μισό θησαυροφυλάκιο της πόλης.
Το σοφό και ώριμο πλέον μπλέ Λιονταράκι δεν βιάστηκε να πάρει θέση όπως το μωβ αδερφάκι του που, κάτω από τις ζητωκραυγές του πλήθους αποφάσισε να πάει στο δάσος και να ξεκάνει την τεράστια αρκούδα.
Όλοι περίμεναν με αγωνία την επιστροφή του και τον θεωρούσαν νικητή στα σίγουρα. Για κακή τους τύχη όμως το μωβ Λιονταράκι, ύστερα από πολλές ώρες, γύρισε πληγωμένο και μαδισμένο. Προς μεγάλη έκπληξη όλων ομολόγησε κλαίγοντας πως δεν μπόρεσε να νικήσει την πελώρια αρκούδα.
Τότε όλα τα Λιοντάρια πίστεψαν πως η πόλη τους ήταν καταδικασμένη να καταστραφεί. Ένα σύννεφο απελπισίας σκέπασε εκείνη τη μέρα όλη την Λιονταρούπολη.
Το επόμενο όμως πρωί ένας μεγάλος θόρυβος ξύπνησε όλη την πολιτεία. Τα Λιοντάρια ξεαμπάρωσαν τα παράθυρά τους, ξεκλείδωσαν τις πόρτες τους και έμειναν άφωνα μπρός στο θέαμα που αντίκρισαν.
Το μπλέ Λιονταράκι έσερνε σκοτωμένη την τεράστια αρκούδα. Είχε βγεί παράνομα το βράδυ στο δάσος, είχε αναμετρηθεί γενναία μαζί της και τελικά τη νίκησε.
Ο δήμαρχος τον υποδέχτηκε με τιμές ήρωα ενώ οι νομοθέτες δάγκωναν το στόμα τους μη ξέροντας τι να πουν για την παράβαση του νόμου. Έτσι το μπλέ Λιονταράκι πήρε το μισό θησαυροφυλάκιο της πόλης.
Το μεγάλο αυτό ποσό το μοίρασε στους φτωχούς αφού πρώτα έδωσε χρήματα στον Λιονταρίνο και την Λιονταρίνα για τα γεράματά τους και με ένα μέρος των χρημάτων ίδρυσε μια μεγάλη Σχολή Κυνηγιού ορίζοντας δάσκαλο το μωβ Λιονταράκι που έκλαιγε μετανοιωμένο για την αλαζονεία που είχε δείξει όλα αυτά τα χρόνια.
Έτσι το μπλέ Λιονταράκι δεν κράτησε καθόλου χρήματα για τον εαυτό του και συγχώρεσε το μωβ αδερφάκι του.
Το ίδιο βράδυ αφού χαιρέτησε θερμά τους γονείς του έφυγε για πάντα από την Λιονταροκοινωνία και πήγε να ζήσει μαζί με την καλή και πανέμορφη νεράιδα του δάσους που κάποτε του είχε σώσει τη ζωή!
Έτσι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!
ulysses
Μια φορά και έναν καιρό στην Λιονταρούπολη έγινε ο γάμος της κόκκινης Λιονταρίνας και του μπλέ Λιονταρίνου. Ήταν ένα πολύ ταιριαστό ζευγάρι και όλα τα Λιοντάρια τους ευχήθηκαν καλούς και έγχρωμους απογόνους γιατί στην Λιονταρούπολη υπήρχαν Λιοντάρια όλων των χρωμάτων.
Σε λίγο καιρό η κοιλία της κόκκινης Λιονταρίνας φούσκωσε και γέννησε, προς μεγάλη έκπληξη όλων, ένα μπλέ Λιονταράκι ολόιδιο με τον Λιονταρίνο ο οποίος καμάρωνε γι’ αυτό ενώ η Λιονταρίνα στεναχωρήθηκε που το παιδί της δεν πήρε κάτι απ’ το κόκκινο χρώμα της, κατάπιε όμως την στενοχώρια της και βάλθηκε να το θηλάζει.
Σύντομα όμως ξαναφούσκωσε η κοιλία της Λιονταρίνας και έφερε στον κόσμο ένα ζωηρό μωβ Λιονταράκι. Χάρηκε πάρα πολύ γιατί επιτέλους το ανακάτεμα του μπλέ και του κόκκινου έδωσαν στο παιδί της ένα γνήσιο μωβ χρώμα. Το ίδιο χάρηκε και ο Λιονταρίνος παρόλο που είχε ήδη αποκτήσει αδυναμία στο μπλέ-ολόιδιο-μ’ αυτόν Λιονταράκι.
O Λιονταρίνος ήταν δίκαιος αλλά και λίγο εγωιστής. Μεγάλωνε τα Λιονταράκια του ισότιμα και από το πρωί ως το βράδυ κυνηγούσε στο μεγάλο δάσος της Λιονταρούπολης για να τους φέρει φαγητό γιατί όσο μεγάλωναν πεινούσαν περισσότερο.
Έτσι ο Λιονταρίνος κουραζόταν πάρα πολύ και το βράδυ στο σπίτι δεν είχε όρεξη ούτε να μιλήσει, ενώ η Λιονταρίνα όλη μέρα στο σπίτι προσπαθούσε να διαπαιδαγωγήσει σωστά τα παιδιά της.
Όταν αυτά ήταν άτακτα τα φοβέριζε και τους έλεγε πως όταν γυρίσει ο μπαμπάς τους απ’ το κυνήγι θα τα μαλώσει. Ο Λιονταρίνος κάθε άλλο παρά τα μάλωνε έτσι κουρασμένος που γύρναγε σπίτι. Τα Λιονταράκια όμως είχαν αρχίσει από καιρό να τον φοβούνται.
Μια μέρα το μπλέ Λιονταράκι τόλμησε να γνωρίσει καλύτερα τον πατέρα του, τον Λιονταρίνο. Του ζήτησε να πηγαίνει μαζί του για κυνήγι και τελικά εκείνος του’ κανε το χατίρι. Το μωβ Λιονταράκι όμως έτρεμε όταν έβλεπε τον μπαμπά του κι επέλεξε να μείνει σπίτι με την μαμά του και να παίζει όλη μέρα με τα άλλα Λιονταράκια της γειτονίας.
Σιγά-σιγά το μπλέ Λιονταράκι εξοικειώθηκε με τον μπαμπά του. Δεν τον φοβόταν πλέον καθόλου και είχε γίνει άριστο στο κυνήγι. Το μώβ Λιονταράκι, που ήταν ακόμη πολύ φοβισμένο, τα έβλεπε όλα αυτά και είχε αρχίσει κρυφά να ζηλεύει το μπλέ αδερφάκι του που είχε πάρει όλα τα πρωτεία.
Οι νόμοι στην Λιονταρούπολη απαγόρευαν το βραδινό κυνήγι στο δάσος. Όμως το μπλέ Λιονταράκι αγαπούσε τόσο πολύ αυτή την απασχόληση και κάθε τόσο πήγαινε κρυφά απ’ όλους για κυνήγι το βράδυ στο δάσος. Σκεφτόταν ότι έτσι θα έκανε χαρούμενους την Λιονταρίνα και τον Λιονταρίνο, αφού με το κυνήγι του θα είχανε περισσότερο φαγητό. Έτσι θα μπορούσε να ξεκουραστεί λίγο ο Λιονταρίνος και θα είχε επιπλέον φαγητό το μικρό μωβ αδερφάκι του.
Μια μεγάλη ατυχία όμως περίμενε το μπλέ Λιονταράκι. Ένα βράδυ καθώς κυνηγούσε, μέσα στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας, παραπάτησε κι έπεσε μέσα σ’ένα μεγάλο πηγάδι. Άρχισε να φωνάζει βοήθεια τόσο δυνατά που αναστατώθηκε όλη η Λιονταρούπολη. Όλοι άκουγαν την φωνή του μα κανείς δεν μπορούσε να το βρεί. Ο Λιονταρίνος και η Λιονταρίνα έκλαιγαν από την στενοχώρια τους ενώ το μωβ Λιονταράκι τα είχε χαμένα.
Σαν να μην έφτανε αυτό οι μεγάλοι και οι τρανοί της Λιονταρούπολης είπαν στον Λιονταρίνο πως δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν γιατί το παιδί του είχε παραβεί τους νόμους που όριζε η πολιτεία για το βραδινό κυνήγι. Έτσι εκείνος πάσχιζε μόνος του να βρεί το μπλέ Λιονταράκι που το κλάμα και οι φωνές του τράνταζαν όλο το δάσος. Μάταια όμως έψαχνε και γυρνούσε πάντα κλαίγοντας στο σπίτι.
Το κλίμα ήταν πολύ βαρύ μέσα στο σπίτι της οικογένειας. Ο καιρός περνούσε και το μπλέ Λιονταράκι εξακολουθούσε να είναι παγιδευμένο στο πηγάδι. Η Λιονταρίνα και ο Λιονταρίνος κλαίγανε καθημερινά ενώ το μωβ Λιονταράκι αποφάσισε να ασχοληθεί με το κυνήγι μήπως και καταφέρει να τους ευχαριστήσει.
Έτσι τα επόμενα χρόνια έγινε άριστο στο κυνήγι και όλη η Λιονταρούπολη είχε να μιλάει για το μωβ Λιονταράκι και τους άθλους του. Είχε μάθει τόσο καλά την τέχνη του κυνηγιού ώστε όλα τα λιοντάρια έλεγαν πως είχε ξεπεράσει πολύ το μπλέ αδερφάκι του. Έτσι σιγά-σιγά μια κρυφή περηφάνια πλημύριζε την μωβ ψυχή του.
Όμως μετά από πολύ-πολύ καιρό ένα ανοιξιάτικο πρωινό το μπλέ Λιονταράκι παρουσιάστηκε στο σπίτι του. Μια καλή νεράιδα όπως είπε τον είχε βγάλει από το πηγάδι με το μαγικό ραβδί της.
Τη χαρά του Λιονταρίνου και της Λιονταρίνας ήταν δύσκολο να την περιγράψει κανείς. Οργάνωσαν ένα μεγάλο γλέντι με τραγούδια και χορούς, στην αυλή του σπιτιού, που κράτησε μέχρι το πρωί.
Το μπλέ Λιονταράκι αν και ταλαιπωρημένο ήταν πολύ χαρούμενο για την επιστροφή του. Τα μάτια του έλαμπαν από καμάρι όταν έβλεπε πόσο είχε μεγαλώσει το μωβ αδερφάκι του. Του πρότεινε μάλιστα να πάνε νόμιμα το επόμενο πρωί για κυνήγι αλλά το μωβ Λιονταράκι δεν δέχτηκε και ισχυρίστηκε πως δεν είχε νόημα να πάει να κυνηγήσει μαζί με κάποιον που έχει τόσα πολλά χρόνια να ασκήσει την τέχνη του κυνηγιού.
Έτσι, ενώ το μωβ Λιονταράκι απολάμβανε τα μπράβο της Λιονταροκοινωνίας έχοντας πάντα πάνω του στραμμένα τα μάτια τους οι Λιονταρίνες, που τον θαύμαζαν, για τη νομιμότητά του και το ζωηρό μωβ χρώμα του καλογυμνασμένου σώματός του, το μπλέ Λιονταράκι εξασκούσε μόνο του στο δάσος την τέχνη του κυνηγιού και όσο υπήρχε το φως του ήλιου μάζευε τροφή για τους γονείς του που είχαν αρχίσει πλέον να γερνάνε.
Στο δάσος συναντούσε συχνά την καλή νεράιδα ώσπου σύντομα η αγάπη και ο έρωτας κατέκλυσαν την καρδία τους!
Μέρα με τη μέρα το μαδημένο, απ’ το σκοτάδι και την υγρασία του πηγαδιού, μπλέ δέρμα του γινότανε όλο και πιο ζωντανό και το σώμα του όλο και πιο καλλίγραμμο. Ο Λιονταρίνος καμάρωνε τώρα και ασχολούτανε λιγότερο με το μωβ Λιονταράκι.
Όλοι έλεγαν πως αυτός και η Λιονταρίνα αγαπούσαν εξίσου τα παιδία τους αλλά πονούσε η ψυχή βλέποντας το μπέ παιδί τους να προσπαθεί να’ ναι μονάχο και να παλεύει με τόσο κόπο να ξαναφτιάξει το παλιό ζηλευτό δέρμα του.
Το μωβ Λιονταράκι τυφλωμένο απ’ τη δόξα του δεν ήθελε να παραχωρήσει και να μοιραστεί τίποτα από την αίγλη του με το μπλέ Λιονταράκι που μέχρι τώρα όλη η Λιονταροκοινωνία το θεωρούσε ένα παράνομο, ξοφλιμένο και σχεδόν πεθαμένο Λιοντάρι. Ήταν αποφασισμένο να’ ναι στην κορυφή γιατί ήθελε διαρκώς όλοι να το επαινούν και δεν το ένοιαζε πλέον να αποκτήσει την εύνοια του Λιονταρίνου και της Λιονταρίνας.
Τυφλωμένο καθώς ήταν δεν έβλεπε πως το μπλέ αδερφάκι του είχε επανέλθει στην παλιά καλή φυσική του κατάσταση ούτε πως η ψυχή του είχε ωριμάσει πολύ μετά την σκοτεινή περιπέτεια του πηγαδιού.
Ώσπου μια μέρα ένας μεγάλος κίνδυνος έκανε την εμφάνισή του στο δάσος της Λιονταρούπολης. Μια τεράστια, πελώρια αρκούδα καταβρόχθιζε τους πάντες και τα πάντα. Όλα τα Λιοντάρια αμπαρώθηκαν στα σπίτια και διπλοκλείδωσαν τις πόρτες τους.
Ο ίδιος ο δήμαρχος, αν και γενναίο Λιοντάρι, δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο. Ανακοίνωσε λοιπόν πως όποιος κυνηγός μπορούσε να ξεκάνει την τεράστια αρκούδα θα έπαιρνε για ανταμοιβή το μισό θησαυροφυλάκιο της πόλης.
Το σοφό και ώριμο πλέον μπλέ Λιονταράκι δεν βιάστηκε να πάρει θέση όπως το μωβ αδερφάκι του που, κάτω από τις ζητωκραυγές του πλήθους αποφάσισε να πάει στο δάσος και να ξεκάνει την τεράστια αρκούδα.
Όλοι περίμεναν με αγωνία την επιστροφή του και τον θεωρούσαν νικητή στα σίγουρα. Για κακή τους τύχη όμως το μωβ Λιονταράκι, ύστερα από πολλές ώρες, γύρισε πληγωμένο και μαδισμένο. Προς μεγάλη έκπληξη όλων ομολόγησε κλαίγοντας πως δεν μπόρεσε να νικήσει την πελώρια αρκούδα.
Τότε όλα τα Λιοντάρια πίστεψαν πως η πόλη τους ήταν καταδικασμένη να καταστραφεί. Ένα σύννεφο απελπισίας σκέπασε εκείνη τη μέρα όλη την Λιονταρούπολη.
Το επόμενο όμως πρωί ένας μεγάλος θόρυβος ξύπνησε όλη την πολιτεία. Τα Λιοντάρια ξεαμπάρωσαν τα παράθυρά τους, ξεκλείδωσαν τις πόρτες τους και έμειναν άφωνα μπρός στο θέαμα που αντίκρισαν.
Το μπλέ Λιονταράκι έσερνε σκοτωμένη την τεράστια αρκούδα. Είχε βγεί παράνομα το βράδυ στο δάσος, είχε αναμετρηθεί γενναία μαζί της και τελικά τη νίκησε.
Ο δήμαρχος τον υποδέχτηκε με τιμές ήρωα ενώ οι νομοθέτες δάγκωναν το στόμα τους μη ξέροντας τι να πουν για την παράβαση του νόμου. Έτσι το μπλέ Λιονταράκι πήρε το μισό θησαυροφυλάκιο της πόλης.
Το μεγάλο αυτό ποσό το μοίρασε στους φτωχούς αφού πρώτα έδωσε χρήματα στον Λιονταρίνο και την Λιονταρίνα για τα γεράματά τους και με ένα μέρος των χρημάτων ίδρυσε μια μεγάλη Σχολή Κυνηγιού ορίζοντας δάσκαλο το μωβ Λιονταράκι που έκλαιγε μετανοιωμένο για την αλαζονεία που είχε δείξει όλα αυτά τα χρόνια.
Έτσι το μπλέ Λιονταράκι δεν κράτησε καθόλου χρήματα για τον εαυτό του και συγχώρεσε το μωβ αδερφάκι του.
Το ίδιο βράδυ αφού χαιρέτησε θερμά τους γονείς του έφυγε για πάντα από την Λιονταροκοινωνία και πήγε να ζήσει μαζί με την καλή και πανέμορφη νεράιδα του δάσους που κάποτε του είχε σώσει τη ζωή!
Έτσι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!
ulysses
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
